ΕΛΠΙΔΑ (γιόκ. gr)
Ζήσαμε χρόνια δύσκολα, χρόνια αδελφοκτόνα
χρόνια που σημαδέψανε τον εικοστό αιώνα.
Φύγαν ζωές από παιδιά, κορμιά από παληκάρια
μάνες μαυροφορέθηκαν που χάσανε βλαστάρια.
Κανείς δε θέλει φωναχτά το τότε να θυμάται:
Εμείς τάχα ξεχάσαμε κι ο θύτης μας "λυπάται".
Περάσαν όμως όλ' αυτά κι έζησε η πατρίδα,
χάρη στη φλόγα που 'καιγε μέσα μας η ελπίδα.
Αυτό όμως το χάλι μας, τώρα δε μολογιέται.
Ο τόπος μας ναυάγησε κι απ' τα μαλλιά κρατιέται.
Δεν έχει ο κόσμος τσακιστή και του ζητάνε κι άλλα.
Η αγελάδα ψόφησε κι αυτοί αρμέγουν "γάλα".
Οι λέξεις παραφράστηκαν καθώς κι οι πρακτικές
κι "αλληλεγγύη" βάφτισαν τις φορομπηχτικές.
Το ψέμα κυριάρχησε απ' άκρη πέρα ως πέρα.
Ψέματα γράφουν στα χαρτιά και λένε στον "αέρα".
Άλλα ακούμε το πρωί και άλλα λέν το βράδυ,
μά ένα στόχο έχουμε "πως θα μας βγάλουν λάδι".
Βγήκε στους δρόμους ο λαός, γέμισε τις πλατείες
κι αυτοί μετράνε ποσοστά και λένε...ακακίες.
Μιλάνε ακατάπαυστα - δεν ξέρουμε τι λένε -
απ' το' να αυτί μας μπαίνουνε, κι από το άλλο βγαίνε.
Ψάχνει ελπίδα ο λαός λιγάκι ν ' ακουμπήσει,
αισθάνεται σ' ωκεανό λίγο πριν ναυαγήσει.
Όμως μας τη σκοτώσανε νωρίτερα απ' το σώμα
κι αφήσαν να κυκλοφορεί αναιμικό το πτώμα.
Οργή και μίσος νιώθουμε γι' αυτούς τους κυβερνώντες,
γιατί μας κυβερνήσανε σα νάτανε απόντες.
Γι' αυτό δεν ονειρεύεται κανείς σ' αυτόν τον τόπο,
δεν έχουμε προοπτική, μα ούτε και τον τρόπο.
Όλοι αγανακτήσαμε τι άλλο πια μας μένει;
ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ είμαστε "όρθιοι πεθαμένοι".
Υ.Γ: Αντί να μπούνε στο τερέν να δώσουν τον αγώνα
τα δυό γαϊδούρια μάλωσαν σε ξένο αχυρώνα
X.T Βιτ’λιώτης – Λαμία 16/6/2011.
ΑΝΟΜΟΛΟΓΗΤΟΣ ΝΟΣΤΟΣ **
Μεγάλωσα σ’ ένα χωριό με την επιθυμία
πως θα ξεφύγω απ’ αυτό κι από την τυραννία.
Και να που τα κατάφερα- μπορώ να πω λιγάκι-
και με ιδρώτα έφτιαξα στην πόλη ένα σπιτάκι.
Σ’ αυτό μέσα χαιρόμασταν, εγώ και τα παιδιά μου,
μέχρι που ήρθε ο Σατανάς* κι έχασα τη μαγκιά μου.
Τα πάντα τώρα αλλάξανε, ήρθαν τα πάνω - κάτω
και ’γώ προσμένω μάταια του βαρελιού τον πάτο.
Οι φόροι πέφτουνε βροχή, τα πρόστιμα χαλάζι
κι ο τόπος μας με σιγουριά και σταθερά βουλιάζει.
Τα μαγαζιά μας κλείσανε, τα σπίτια τα πουλάμε
κι, ενώ υπάρχουν κτήρια, δεν έχουμε να φάμε.
Σήμερα όμως μου ’κατσε η λύση στο μυαλό μου:
- Θα πάρω τα ματάκια μου, να πάω στο χωριό μου.
Εκεί θα βρω τους φίλους μου για δηλωτή τετράδα,
μεζέ σταφιδοστράγαλο και τσίπουρο με γράδα*
Θα βρω τη θειά τη Μήτσαινα* παρόλες* να μου λέει,
να ξεφουντώσει* το μυαλό απ’ τα πολλά μου χρέη.
Θα ψάξω τα χωράφια μου, τον πατρικό μου κλήρο*
και με μεράκι και δουλειά μπαχτσέδες θα τα σπείρω.
Θα’χω ψωμί χωριάτικο, ψημένο μες τη γάστρα,
τις αναμνήσεις συντροφιά, τον κήπο μου για γλάστρα.
Θα’χω αγγούρια μακριά, ντομάτες σαν πεπόνια
κι ο αρακάς με κοπριά θα μοιάζει με λεμόνια.
Θα βάλω κότες και παπιά, χηνάρια να πετάνε
τις τρεις τηλεοράσεις μου, φωλιές για να γεννάνε.
Θα’χω κατσίκες, πρόβατα, να κοπανάω* γάλα
κι ένα γαϊδούρι γιώτα – χι, δεμένο, για καβάλα.
Θ’ αράξω στο σπιτάκι μου, ήσυχα να κοιμάμαι
και τίποτ’ απ’ το σήμερα δε θέλω να θυμάμαι.
Τα μεσημέρια για δροσιά στο «μέγα το πλατάνι»
θα κάνω με την κούνια του στον ίσκιο του σεργιάνι.
Και τις νυχτιές στον ύπνο μου τ’ αηδόνι θα λαλάει
και η νεράιδα η παλιά θα με παρακαλάει…
Θα πάω να πω στους γέρους μου, απάνω στο ξωκλήσι,
πως τυχεροί σταθήκανε που δεν θωρούν την κρίση.
Τέλος, στον ξωμολόγο μου συχώριο θα ζητήσω,
γιατί τους ‘ΦΙΛΟΥΣ’ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ δεν έχω να ξοφλήσω.
**Αφιερωμένο στον ποιητή κ. Παντελή Ρίζο.
X.T Βιτ’λιώτης – Λαμία 29/6/2011.
* Σατανάς: κρίση (ματαφορικά).
* γράδο: όργανο μέτρησης αλκοόλ.
* παρόλες: υπερβολές, παραλογισμοί.
*ξεφουντώνω: ξελασκάρω τα ξύλινα βαρέλια.
* κλήρος: κληρονομιά.
* κοπανάω γάλα: τεχνική παρασκευής βούτυρου.
* Μήτσαινα: η γυναίκα του Μήτσου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου