Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Η ΚΡΙΚΕΛΑ

Δημόσιος υπάλληλος, του Έλληνα η τρέλα
και μιας ζωής το όνειρο να δέσει στην κρικέλα.

Κρικέλα: το δημόσιο που σέρνει από κοντά του
χιλιάδες υπεράριθμους και βρήκε τον μπελά του.

Γεμίσαν τα πατάρια του, κλητήρες και γραφιάδες:
καλούς, λαμόγια, άχρηστους και συνδικαλιστάδες.

Μέχρι να μπούνε προσκυνούν ποδιές κατουρημένες
κι' ύστερα μεταλλάσονται σε βδέλες πεινασμένες.

Άλλοι χωθήκαν με "σταυρό" κι' άλλοι με τη φιλία
κι' αποτελούν εξαίρεση οι λίγοι με αξία.

Κάθε πρωί ως τις εννιά πίνουνε καφεδάκι,
κατά τις δέκα κολατσιό, στις δώδεκα ουζάκι.

Μην τους μιλήσεις άσχημα, θα σε ταλαιπωρήσουν
κι' αν τους αρπάξεις το γιακά, τότε θα σε...ξεσκίσουν.

Πόσες φορές, μπρός στο γκισέ, παρά τα παρακάλια,
δεν κάνανε, προκλητικά, τα νεύρα μας τσατάλια;

Και στο μυαλό τους τριγυρνά μονίμως το μπαξίσι,
με ίδιο πάντα το "ρεφρέν" πριν απ' τ' αλισβερίσι.

Δουλεύουν όμως οι μισοί, οι άλλοι τιμωρία,
γιατί φηφίσανε στραβά κόντρα στην εξουσία.

Κι' όταν αλλάξει το βιολί, έρχονται οι ριγμένοι,
οι άλλοι πάνε σε ρεπό γιατί 'ναι κουρασμένοι.

Αυτό το χάλι το 'βλεπε χρόνια η εξουσία,
μα σαν μανούλα πρόσφερε σε όλους προστασία.

Τό 'δαν όμως κι' οι τρόϊκες και πάθανε ναυτία
και 'δώσαν τότε διαταγή να βγουν στην ανεργία.

Θά 'πρεπε, λένε, νά 'χαμε διοίκηση μοντέλο
και μεις την αναδείξαμε, σε ακριβό μπουρδέλο.

Και η κρικέλα έσπασε σκορπίσανε οι κρίκοι
και όποιος είναι τυχερός, θα φάει το "μανίκι".

Τώρα το πάρτι τέλειωσε,σωθήκαν τ' αεράτα,
γιατί μας πήραν μυρωδιά του γιούρο (euro) τα φουσάτα.

Καιρός ν' αλλάξουμε μυαλά, τρόπους και προσωπίδα
κι ας βοηθήσουμε κι εμείς ν' αναστηθεί η πατρίδα.    

Λαμία  22/2/2012   Χ.Τ. ο Βιτ'λιωτης.

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

ΤΑ ΜΑΤΙΑ

Στα μάτια, τα πανάκριβα, απ' όλες τις αισθήσεις,
οφείλουμε την ομορφιά του κόσμου και της φύσης.

Τα πρώτα που ανοίγουνε και βλέπουνε την πλάση
τα τελευταία που σφαλάν, πριν φύγουν απ' τη δράση.

Μάτια μεγάλα σαν ελιά, μάτια μικρά σαν χάντρες,
αθώα μάτια παιδικά κι άλλα σκληρά από...άντρες.

Mαύρα μελιά και πράσινα και θαλασσιά και πλάνα
σπινθηροβόλα, πονηρά, γλυκά, γλαρά και λάγνα.

Αυτά τα μάτια στη ζωή, μας φέρνουν και μας πάνε,
γιατί αλλάζει συνεχώς  ο τρόπος που κοιτάνε.

'Οταν μιλούν εκφραστικά χιλιάδες λέξεις λένε,
μα σαν ματώνει η καρδιά, σωπαίνουνε και κλαίνε.

Στα μάτια εμπιστεύεται ο έρωτας τη γνώση
κι αυτομολεί στη λογική,  την τρέλα του να σώσει.

Πόσες φορές τα μάτια μας μέσα σε άλλα μάτια
δεν βρήκαν πόρτες και κλειδιά για άλλα μονοπάτια;

Μα και τα μάτια της κυράς, για το καλό κοπέλι
όταν γλυκάνουν πονηρά, παίρνει αυτό που θέλει.

Κι, όταν τα στέλνεις μακριά, φεύγουνε σαν τη σφαίρα
κι αιχμαλωτίζουν πίνακες που ζωγραφίζει η μέρα.

Μα είναι όμως λαίμαργα, αχόρταγα, αδηφάγα
κι αρπάζουν αδιάκριτα σαν τέρατα παμφάγα.

Και όσα λένε ψέματα συνήθως στη ζωή τους,
εκθέτουν μεσ' τα βλέματα τη γύμνια της ψυχής τους.

Κι αν έχουνε εγωισμό; Ποτέ τους δέν λυγίζουν.
Πάντα γελούν από "ψηλά" και σπάνια δακρύζουν.

Κι όταν μισούν και βγάζουνε φωτιές και αγριεύουν,
τότε εκδίκηση ζητούν και φονικό γηρέυουν.

Μα σαν συγγνώμη μας ζητούν με τη ζεστή ματιά τους,
τα αγκαλιάζεις, τα φιλάς, πίνεις τα δακρυά τους.

Αρέσει σ' όλους μας πολύ μάτια να μας κοιτάνε.
Είναι όμως αμφίβολο και αν μας αγαπάνε.

Στης μάνας όμως τη ματιά, βλέπεις τ' αγαπημένα,
να μοιάζουνε της Παναγιάς, τ' Αγιο-γλυκο-θλιμένα.

Δώρο μας τα 'καν' ο Θεός στο "φως" να περπατάμε,
να βλέπουμε τα έργα Του και να Τον προσκυνάμε.

Υ.Γ. Τα μάτια λένε της ψυχής πως είναι ο καθρέφτης.
         όμως εγώ δεν συμφωνώ, γιατί μου βγήκε ψεύτης.-