Διαβάτη, ξενε, που περνάς ρίξε μου τη ματιά σου
είμαι ζητιάνος της ζωής και ζω πολύ κοντά σου.
Ήμουν και 'γω στη θέση σου κάποτε με γραβάτα,
ποιός όμως να περίμενε πως θα 'βγαινα στη στράτα?
Είχα γυναίκα και παιδιά σπίτια και αμαξάρες,
παρατρεχάμενους πολλούς και δέκα μαγαζάρες.
Τα πάντα 'ομως χάθηκαν κι ήρθαν τα πάνω κάτω
κι απ' τα σαλόνια τα ψηλά κατέληξα στον πάτο.
Εκποίησα τ' ακίνητα, τα μαγαζιά να σώσω
κι έφτασα και το πατρικό κι αυτό να το σκοτώσω.
Κι ύστερα η γηναίκα μου μαζί με τα παιδιά μου,
με αφορμή τη φτώχια μου, 'φύγαν απο κοντά μου.
Όλοι μ' απαρνηθήκανε και συγγενείς και φίλοι
και 'μούμειναν για συντροφιά δυό πεινασμένοι σκύλοι.
Σπίτι δεν έχω να σταθώ, κάποιον να κουβεντιάσω.
ζαρώνω στα χαλάσματα τη νύχτα να περάσω.
Ψάχνω μες στα σκουπίδια σου κάτι να βρώ να φάω
κι ύστερα μες την πόλη σου άσκοπα τριγυρνάω.
Ο κόσμος μ' αποστρέφεται δε δίνει σημασία
γι' αυτόν είμαι 'να τίποτα, ψυχή χωρίς αξία.
Πιάνω κουβέντα με σκυλιά με γάτες, με ποντίκια
κι αναπολώ, στα μάτια τους , τα δυό μου πιτσιρίκια.
Και τώρα που χειμώνιασε και οι γιορτές ζυγώνουν,
βλέπουν τα μάτια μου χαρές, θυμούνται και βουρκώνουν.
Δε με πειράζει η φτώχει μου και η χαρά του κόσμου.
Αγάπης θέλω μια ματιά ,κι αν έχεις , ξένε, δόσ μου.
Μη προσπερνάς αδιάφορος, δεν θέλω τα λεφτά σου,
θέλω μια λέξη ανθρωπιάς και λίγη απ' τη χαρά σου.
Κι όταν σημάνουν οι εκκλησιές για το -Χριστός γεννάται-,
θυμήσου τον ζητιάνο σου, ξένε μου, που κοιμάται.
Κι όταν χορτάσεις λιχουδιές και φτάσεις στα ποτήρια,
ασ' στο μπουκάλι δυό γουλιές και ρίξ' το στα σκουπίδια.
Κι αν το πετύχω, ξένε μου, το φιλοδωρημά σου,
θα το κρατήσω αγκαλιά να πίνω στη υγεία σου.-
Λαμία 26/12/2011
είμαι ζητιάνος της ζωής και ζω πολύ κοντά σου.
Ήμουν και 'γω στη θέση σου κάποτε με γραβάτα,
ποιός όμως να περίμενε πως θα 'βγαινα στη στράτα?
Είχα γυναίκα και παιδιά σπίτια και αμαξάρες,
παρατρεχάμενους πολλούς και δέκα μαγαζάρες.
Τα πάντα 'ομως χάθηκαν κι ήρθαν τα πάνω κάτω
κι απ' τα σαλόνια τα ψηλά κατέληξα στον πάτο.
Εκποίησα τ' ακίνητα, τα μαγαζιά να σώσω
κι έφτασα και το πατρικό κι αυτό να το σκοτώσω.
Κι ύστερα η γηναίκα μου μαζί με τα παιδιά μου,
με αφορμή τη φτώχια μου, 'φύγαν απο κοντά μου.
Όλοι μ' απαρνηθήκανε και συγγενείς και φίλοι
και 'μούμειναν για συντροφιά δυό πεινασμένοι σκύλοι.
Σπίτι δεν έχω να σταθώ, κάποιον να κουβεντιάσω.
ζαρώνω στα χαλάσματα τη νύχτα να περάσω.
Ψάχνω μες στα σκουπίδια σου κάτι να βρώ να φάω
κι ύστερα μες την πόλη σου άσκοπα τριγυρνάω.
Ο κόσμος μ' αποστρέφεται δε δίνει σημασία
γι' αυτόν είμαι 'να τίποτα, ψυχή χωρίς αξία.
Πιάνω κουβέντα με σκυλιά με γάτες, με ποντίκια
κι αναπολώ, στα μάτια τους , τα δυό μου πιτσιρίκια.
Και τώρα που χειμώνιασε και οι γιορτές ζυγώνουν,
βλέπουν τα μάτια μου χαρές, θυμούνται και βουρκώνουν.
Δε με πειράζει η φτώχει μου και η χαρά του κόσμου.
Αγάπης θέλω μια ματιά ,κι αν έχεις , ξένε, δόσ μου.
Μη προσπερνάς αδιάφορος, δεν θέλω τα λεφτά σου,
θέλω μια λέξη ανθρωπιάς και λίγη απ' τη χαρά σου.
Κι όταν σημάνουν οι εκκλησιές για το -Χριστός γεννάται-,
θυμήσου τον ζητιάνο σου, ξένε μου, που κοιμάται.
Κι όταν χορτάσεις λιχουδιές και φτάσεις στα ποτήρια,
ασ' στο μπουκάλι δυό γουλιές και ρίξ' το στα σκουπίδια.
Κι αν το πετύχω, ξένε μου, το φιλοδωρημά σου,
θα το κρατήσω αγκαλιά να πίνω στη υγεία σου.-
Λαμία 26/12/2011